αικία

αἰκία, η (Α)
1. προσβλητική διαγωγή, απρεπής συμπεριφορά, προσβολή, εξύβριση
2. άπρεπη μεταχείριση, σωματική κάκωση
3. στον πληθ. αἱ αἰκίαι
βασανιστήρια
4. (ως δικαν. όρ.) άδικη επίθεση, βιαιοπραγία στη φρ. «αἰκίας δίκη», ιδιωτική καταγγελία για σωματική βλάβη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἰκὴς συνηρ. τ. τού ἀϊκής*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰκία — αἰκί̱ᾱ , αἰκία insulting treatment fem nom/voc/acc dual αἰκί̱ᾱ , αἰκία insulting treatment fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκίᾳ — αἰκί̱ᾱͅ , αἰκία insulting treatment fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκείαις — αἰκία insulting treatment fem dat pl αἰκία insulting treatment fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκείαισι — αἰκία insulting treatment fem dat pl (epic ionic aeolic) αἰκία insulting treatment fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκείαισιν — αἰκία insulting treatment fem dat pl (epic ionic aeolic) αἰκία insulting treatment fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκείης — αἰκία insulting treatment fem gen sg (epic ionic) αἰκία insulting treatment fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκείῃ — αἰκία insulting treatment fem dat sg (epic ionic) αἰκία insulting treatment fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴκεια — αἰκία insulting treatment fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴκειαν — αἰκία insulting treatment fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκείας — αἰκείᾱς , αἰκία insulting treatment fem acc pl αἰκείᾱς , αἰκία insulting treatment fem gen sg (attic doric aeolic) αἰκείᾱς , αἰκία insulting treatment fem acc pl αἰκείᾱς , αἰκία insulting treatment fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.